Η συγγραφέας θυμάται την πρώτη χριστουγεννιάτικη αστυνομική ιστορία που έζησε στα παιδικά της χρόνια.
Τις είχαμε ονομάσει οι βάρκες των Χριστουγέννων, γιατί μόνο το δεκαπενθήμερο των διακοπών τις βλέπαμε. Τον υπόλοιπο καιρό ζούσαμε στην πόλη. Έβγαιναν στη λίμνη, μέσα στην ομίχλη και γλιστρούσαν παράλληλα στην ακτή, μ’ έναν ήχο που ακόμη και το νερό τον ξεχνούσε αμέσως. Έπειτα έκαναν στροφή και χάνονταν σαν φαντάσματα σε σκηνή ονείρου.
Δυο άντρες ήταν πάνω σε κάθε βάρκα. Δύο έφευγαν, δύο επέστρεφαν, εκτός από μία φορά που επέστρεψε ένας.
Ο θηρευτής, με τα μάτια του να γυαλίζουν από την πάλη που είχε προηγηθεί, πήδηξε στο υγρό χώμα της ακτής, ίσιωσε το κασκέτο του και τράβηξε την λεκάνη με τα φρέσκα χέλια που εμείς τα πήραμε για μαύρα φίδια που είχαν ζώσει το πτώμα του άλλου, αυτού που δεν επέστρεψε.