Ήταν ένα πολύ μικρό χωριό. Τόσο μικρό, που δεν το είχαν οι μεγάλοι χάρτες της χώρας. Τόσο μικρό, που είχε μόνο μια μικρούτσικη πλατεία και στη μοναδική του πλατεία, ένα μονάχα δέντρο.
Όμως, ο κόσμος αγαπούσε εκείνο το χωριουδάκι, αγαπούσε την πλατεία και το δέντρο του – ένα τεράστιο πλατάνι που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της πλατείας. Και ακριβώς στο κέντρο της καθημερινής ζωής του χωριού. Κάθε απόγευμα γύρω στις εφτά, μετά τη δουλειά τους, οι άντρες και οι γυναίκες του χωριού συναντιόνταν στην πλατεία, φρεσκολουσμένοι, χτενισμένοι και ντυμένοι για να κάνουν δυο-τρεις βόλτες γύρω από το πλατάνι.
Για πάρα πολλά χρόνια, οι νέοι, οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους διασταυρώνονταν καθημερινά κάτω απ’ το πλατάνι.